σαράι

και σαράγι και σεράι και σεράγι, το, Ν
1. (στον ισλαμικό κόσμο) πύργος, ανάκτορο
2. (ειδικά) το ανάκτορο τού σουλτάνου τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ή και άλλων υψηλών αξιωματούχων της
3. μτφ. μεγάλο και πολυτελές οίκημα
4. φρ. «Η απαγωγή από το Σαράι» — τίτλος όπερας τού Μότσαρτ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. saray < περσ. sarāi «παλάτι»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαράι — σαράι, το και σεράγι, το (λ. τουρκ.), παλάτι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καραγκιόζης — Ελληνική παραλλαγή του θεάτρου σκιών, μιας τέχνης που είναι διαδεδομένη σε ολόκληρη την Ανατολή, με κεντρικό ήρωα την ομώνυμη φιγούρα. Η καταγωγή του Κ. παραμένει αδιευκρίνιστη. Έρευνες που έχουν διεξαχθεί κατά καιρούς έχουν επιχειρήσει να… …   Dictionary of Greek

  • Ρωσία — H Pωσική Oμοσπονδία αποτελεί το μεγαλύτερο σε έκταση κράτος της γης. Tα σύνορά της ξεκινούν από την Eυρώπη, καλύπτουν όλη την Aσία και φτάνουν στην Άπω Aνατολή. Bόρεια και ανατολικά βρέχεται από τον Aρκτικό και τον Eιρηνικό Ωκεανό και στα δυτικά… …   Dictionary of Greek

  • Mount Athos — Ἅγιον Ὄρος Agion Oros (Αυτόνομη Μοναστικὴ Πολιτεία Ἁγίου Ὄρους) Aftonomi Monastiki Politia Agiou Orous location of Mount Athos in Greece …   Wikipedia

  • Republique monastique du Mont Athos — République monastique du Mont Athos Άγιο Όρος Mont Athos …   Wikipédia en Français

  • République monastique du Mont Athos — Άγιο Όρος Ayíou Órous Mont Athos …   Wikipédia en Français

  • σαράγι — το, Ν βλ. σαράι …   Dictionary of Greek

  • σεράγι — και σεράι, το, Ν βλ. σαράι …   Dictionary of Greek

  • Ακ-Σαραγί — (14ος αι.). Τούρκος ιεροδιδάσκαλος (ουλεμάς) που έζησε την εποχή του Μουράτ Α’. Το όνομά του ήταν Σεΐχ Δζεμαλεντίν Μεχμέτ, τον αποκαλούσαν όμως Α.Σ. από το όνομα της πόλης της καταγωγής του Ακ Σαράι (το Ικόνιο στα τουρκικά). Στον τρόπο… …   Dictionary of Greek

  • Καρακατσάνης, Θύμιος — (Πειραιάς 1940 –). Ηθοποιός του θεάτρου. Σπούδασε στη δραματική σχολή του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, από την οποία και αποφοίτησε το 1962. Αρχικά παρέμεινε στο ίδιο θέατρο, ερμηνεύοντας ρόλους του ελληνικού και του διεθνούς δραματολογίου,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.